Δύο σπίτια. Ένα αποτέλεσμα.
Υπάρχουν δύο είδη απόντων γονιών. Οι πρώτοι λένε πάντα ναι. Αγοράζουν, εγκρίνουν, χρηματοδοτούν. Δεν αντιδρούν. Δεν ρωτούν. Δεν ορίζουν. Φοβούνται μην χαλάσουν τη σχέση τους με το παιδί,και έτσι δεν έχουν καμία. Οι δεύτεροι λένε πάντα όχι. Το "μη" και το "δεν" είναι η γλώσσα τους. Χωρίς εξήγηση, χωρίς διάλογο, χωρίς ζεστασιά. Εξουσία χωρίς αγάπη. Και τα δύο σπίτια παράγουν το ίδιο παιδί. Ένα παιδί χωρίς εσωτερικό κόσμο. Χωρίς αυτογνωσία. Χωρίς πυξίδα. Από το πρώτο σπίτι βγαίνουν κορίτσια δεκαεπτά χρονών που έχουν ήδη αλλάξει τα πάντα στο πρόσωπό τους, χείλη, μαλλιά, νύχια, στήθος, αναζητώντας έξω αυτό που δεν βρήκαν μέσα. Ταυτότητα. Αξία. Επιβεβαίωση. Από το δεύτερο βγαίνουν αγόρια δεκαεπτά χρονών που φεύγουν από το σπίτι με μαχαίρι στην τσέπη. Γιατί κανείς δεν τα δίδαξε πώς να χειριστούν αυτό που νιώθουν. Πώς να μιλήσουν. Πώς να υποχωρήσουν χωρίς να νιώσουν ταπεινωμένα. Και μετά απορού...